28 Μαρ 2011

Οδός Ρωμανού


Ως γνήσιο παιδί μιας γενιάς που αποθέωσε το τσιμέντο και το μπετόν, έμαθα να κλωτσάω τη μπάλα πάνω σε πλακάκια πεζοδρομίου και όχι σε χώμα ή σε χορτάρι. Η οδός Ρωμανού όπου βρίσκεται το πατρικό μου σπίτι διέθετε ευτυχώς μεγάλο πεζοδρόμιο και αρκετό χώρο για μπάλα, γεγονός που ενθουσίαζε όλα τα παιδιά της γειτονιάς, εξαγρίωνε τους καταστηματάρχες και έκανε τους τζαμτζήδες να τρίβουν κρυφά τα χέρια τους από ικανοποίηση. Μια κοφτή ντρίμπλα περιελάμβανε -πλην του αντιπάλου- και τον περαστικό διαβάτη, οπότε μπορεί εύκολα να αντιληφθεί κανείς ότι όλοι όσοι έπαιξαν ποδόσφαιρο σ' εκείνο το πεζοδρόμιο έγιναν έξοχοι ντριμπλαδόροι -εκτός από μένα. Τα πόδια μου αρνούνταν πεισματικά να μάθουν να ντριμπλάρουν και έτσι έγινα περιζήτητος αμυντικός. Το χτύπημα του γερανού ήταν η σπεσιαλιτέ μου: σήκωνα ψηλά τα χέρια, έχωνα το ένα πόδι μέσα στο μπούγιο, κι όποιον πάρει ο χάρος -και πήρε πολλούς.

Ανάμεσα στο ’80 και το ’81 χτίστηκε το οικόπεδο στη συμβολή των οδών Ρωμανού και Αρχ. Μακαρίου και κάπως έτσι η τελευταία ελπίδα των παιδιών της γειτονιάς μου για κοντινό ελεύθερο χώρο παιχνιδιού εξανεμίστηκε. Έτσι αρχίσαμε τις εξερευνήσεις. Η πρώτη μας εξερεύνηση δεν ήταν άλλη από το να δούμε αν υπάρχει χώρος παρακάτω: η οδός μας έφτανε μέχρι την 20ης Σεπτεμβρίου, από εκεί και πέρα ήταν οικόπεδα –ούτε γερμανική οικοδομή, ούτε τίποτα. Μεταξύ μας κυκλοφορούσαν ιστορίες για πολύ κακούς ανθρώπους -επιμελώς κρυμμένους πίσω από θάμνους ή άτεχνα παραχωμένους μέσα σε αστικούς μύθους- που απαγάγουν παιδιά και τα τρώνε ή τα πουλάνε ή δεν-ξέρω-τι-άλλο. Οι περισσότεροι μεγάλοι (δωδεκάχρονοι) τα πίστευαν κι αφού τα πίστευαν οι μεγάλοι τι ξέραμε κι εμείς οι μικροί; Άλλωστε οι άγρυπνες μαμάδες-Πουαρώ φώναζαν από τα μπαλκόνια μόλις πλησιάζαμε προς τα εκεί. Όλες οι απόπειρές μας κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία κι εγώ ήμουν διπλά απογοητευμένος: είχα πείσει τον πατέρα μου να μου αγοράσει κιάλια και μπουφάν με πολλές τσέπες. Είχα αποφασίσει μάλιστα να μεταμφιεστώ όπως ακριβώς ο Φρειδερίκος Αυγερινός της Ήνιντ Μπλάιτον. Φτου, γκαντεμιά!

Ένα από τα παιχνίδια που είχα και που θυμάμαι πολύ καλά ότι δεν κατέστρεψα ήταν μια πλαστική μπουλντόζα από αυτές που κρέμονταν σε σακουλάκια στα περίπτερα της οδού Μεραρχίας. Παίζοντας για ώρες με αυτήν στο 1 επί 10 μπαλκόνι του σπιτιού μου, προσπαθούσα να μιμηθώ τις αληθινές μπουλντόζες που σάρωναν τα πάντα απέναντι για να χτίσουν κι άλλες πολυκατοικίες -είπαμε: ως γενιά αποθεώσαμε το μπετόν. Η οδός μας έφτανε πια στη Χατζηπανταζή, ανοίχτηκε και μια πλαϊνή (Παπασυναδινού νομίζω την έβγαλαν), χτίστηκε και σχολείο στη γειτονιά αλλά εγώ δεν το πρόλαβα. Όλα σε κάτι ερείπια έκανα μάθημα. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως γι’ αυτό αγάπησα την Αρχαιολογία. Όπως και να ‘χει ο Φρειδερίκος Αυγερινός δεν μπορούσε πια να αποτελεί φανερό ήρωα ενός εφήβου. Τώρα πια ήταν ο Μπόιτσκο Βελίτσκοφ (από κάτι τρελούς χορούς με 3-4 αντιπάλους στο κόρνερ), ο Δημήτρης Σαραβάκος (από δύο απανωτές τεσσάρες στον Ολυμπιακό) και ο Ντιέγκο Μαραντόνα (από ένα χαρτάκι που μου έδωσε ένα κορίτσι στη γειτονιά). Καλώς ή κακώς αυτό το Μουντιάλ ’86 μας έκανε να παίζουμε μπάλα σαν παλαβοί.

Όταν τα πράγματα σκούραιναν επειδή κάποιος απαράδεκτος ένοικος της γειτονιάς δεν σεβόταν το παιχνίδι των παιδιών και ήθελε να κοιμηθεί ή να κοιμίσει το μωρό ή απλά -άκουσον, άκουσον!- να ηρεμήσει, ή όταν ακόμη κάποιος άλλος παραπονιόταν για -δήθεν- ζημιές στο αυτοκίνητό του, έπρεπε να πάρουμε των ομματιών μας και να πάμε αλλού. Αυτό ήταν και το τελειωτικό χτύπημα: δεν ξαναπαίξαμε μπάλα στη γειτονιά μας. Υπήρχε κόσμος και αλλού –και μάλιστα ενδιαφέρων, του αντίθετου φύλου, και εκεί δεν χρειαζόταν το χτύπημα του γερανού για να εντυπωσιάσεις. Έφτανε που στο μεταξύ είχαμε ανακαλύψει τον Παπακωνσταντίνου, τον Άσιμο, τους Maiden, τους Metallica και τον Alice Cooper ενώ η εμπριμέ βερμούδα αντικαθίστατο σταδιακά από το τζιν παντελόνι και το λευκό γκαρσονί πουκάμισο. Στην οδό Ρωμανού έπαιζαν πια τα μικρά. Εμείς τα μεγάλα είχαμε στέκια για μεγάλους: φαστ-φουντ της πλατείας και μεσαίο σιντριβάνι-θέα στο «κρόουλ» της Δημαρχίας.

Η μπάλα είναι σφαίρα και γυρίζει, η Γη μοιάζει με σφαίρα και γυρίζει κι εγώ μόλις τέλειωσα το σχολείο έφυγα σφαίρα για σπουδές-στρατό-δουλειά αλλά δεν γύρισα ποτέ. Πήγαινε-έλα διαρκώς, άλλοτε με τζιν παντελόνι και σχετικά μακριά μαλλιά, άλλοτε με στολή εξόδου και σχετικά κοντά μαλλιά, τώρα πια όπως να ‘ναι και χωρίς καθόλου μαλλιά, ποτέ δεν πρόσεξα τις αλλαγές που συνέβησαν και μετέτρεψαν την παλιά μου γειτονιά σε ένα τέρας με δύο κόκκινα ρουθούνια. Από το ένα βγαίνουν διαρκώς παρκόμετρα που φτύνουν κλήσεις και από το άλλο φασαριόζοι συνδαιτυμόνες ταβερνείων που γελάνε δυνατά. Πεζοδρόμιο πια δεν υπάρχει, έχει καταληφθεί από τα προικιά των καταστημάτων, συνεπώς χώρος-μηδέν για να παίξουν τα παιδάκια της γειτονιάς. Αλλά τι λέω; Ποιο παιδί έχει πλέον χρόνο για παιχνίδι; Και ποια μητέρα το αφήνει άφοβα να παίξει στο δρόμο;

Άλλα παιδιά έχουν να θυμούνται θαλασσινά τοπία, κήπους με αμυγδαλιές και κερασιές, δρομάκια με όμορφους φράχτες κι εγώ ένα δάσος από κεραίες τηλεόρασης, μια θάλασσα από ταράτσες πολυκατοικιών και στο βάθος το Μενοίκιο όρος. Ακόμη κι αυτό όμως είναι βιασμένο πέρα για πέρα: κεραίες το στεφανώνουν στην κορφή και νταμάρια του γαργαλούν τα πόδια. Μοιραία λοιπόν το βλέμμα στρέφεται κάτω, στην οδό Ρωμανού: ένας δρόμος από μπετόν, τσιμέντο και άσφαλτο. Αυτός έντυσε τα αθώα μας όνειρα μέχρι να σκορπιστούμε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να ξαναγυρίσουμε μια μέρα περιμένοντας να ξαναβρούμε την παλιά αλάνα, το καρεκλάδικο, την παλιά ντισκοτέκ, το βιβλιοπωλείο και όλους τους δαίμονες με τους οποίους παλέψαμε μέχρι να ενηλικιωθούμε. Κάθε γωνιά της και μια ιστορία, ένα νοητό ίχνος από το παρελθόν.

Τελικά, ίσως η οδός Ρωμανού να μην έφτασε ποτέ στο πάρκο της Ορφέως. Ίσως να έμεινε στο ενάμισι τετράγωνο –ως το 11 ή το 12. Ίσως μια μέρα να ξαναγυρίσω εκεί και να βρω όλους αυτούς που παίξαμε μπάλα, που ανταλλάξαμε χαρτάκια και που καθίσαμε ως αργά στα σκαλάκια για να πούμε ιστορίες με φαντάσματα (που μας συνέβησαν στ’ αλήθεια). Ίσως μάλιστα ο Φρειδερίκος Αυγερινός να μας κρυφοκοιτάξει μεταμφιεσμένος πίσω από κάποιο παρκαρισμένο αυτοκίνητο και ίσως η Γη να σταματήσει να γυρίζει κι ίσως εμείς να μείνουμε για πάντα νέοι.
Μπα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου